
Κύριε,
Να παραδώσω λίγο τα φτερά μου;
Νιώθω βαριά την άνωση στους ώμους
κι έτσι από πουθενά σε πουθενά
στο «πιο ψηλά» πετώντας
θα συγκρουστώ στα σύννεφα με αγγέλους…
Εγώ δε ζήτησα ωραίο το «δε ζην»
ανάμεσα στα «δεν» για «ζην» φτεροκοπούσα…
Κύριε,
πάρε μου λίγο τα φτερά
κι άσε να σκύψω εκεί
που ριζωμένη ζει
στου βράχου τη σχισμή
μια λεύτερη ανεμώνη
τρέμει σαν είναι μόνη
μα ανοίγει το φτερούγισμα
στα πέταλα πληγή
και όλο μου λέει «μη»
η μάνα της η γη!


