Τρίτη 24 Ιουνίου 2008

Κύριε, έστω για μια δουλειά του ποδαριού...μαζί Σου


Κύριε που κατοικείς;
Τις νύχτες ακούω μια χαλασμένη υδρορροή αβύσσου
και βλέπω να περνάς τα βράδια πως και πως
που πάλι σου έκοψε του πανταχού η ΔΕΗ το φως
κι ένα παράθυρο σπασμένο όταν φυσά χτυπά
και τρίζουνε τα ανθρώπινα βαθιά μες στην ψυχή σου...
Κύριε δε με νοιάζει η τρύπια από άστρα οροφή σου
πάρε με εκεί μαζί σου
έστω για μια δουλειά του ποδαριού
άνεργος τεχνίτης αζήτητων στιγμών
περιφέρομαι επαίτης εδώ στη γη σου
κι αν δε γνωρίζω από υδρορροές θεών
όταν σου σβήνουνε το φως
με παραμύθια ανθρώπινα
θα αποκοιμίζω τις προπατορικές σκιές
που σκουριασμένες τρίζουνε
κι όταν φυσάει σκιάζεσαι
στα σκοτεινά χαλάσματα του τέως παραδείσου.

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2008

Σάββατο 7 Ιουνίου 2008

Κύριε, τον Αέθλιο και τα Μάτια Σου...



Κύριε θυμάσαι;
Το βράδυ που συνέλαβα επ' αυτοφόρω τον φίλο μου τον Αέθλιο να παραποιεί τα χειρόγραφα μου, δεν είπα λέξη. Μόνο τις επόμενες νύχτες σηκωνόμουνα κι άφηνα μισάνοιχτη την πόρτα, δήθεν ξεχασμένη κι εκείνος ξαναγύριζε, μεταπεισμένος πάντα από κάτι πολύ σημαντικό και συνέχιζε να πλαστογραφεί με αθωότητα τις μουτζουρωμένες ενοχές μου, βάζοντας στο τέλος στις τσέπες του τα πρωτότυπα με τα σφάλματα μου.
Ωσπου ένα βράδυ βγήκα ξοπίσω του και τον ακολούθησα στον κήπο. "Αέθλιε" του λέω προλαβαίνοντας τον κάτω από τον μεγάλο ευκάλυπτο "γιατί το κάνεις αυτό; Θέλω να πω γιατί στο τέλος πάντα φεύγεις;"
Εκείνος δεν μίλησε. Ηταν ωχρός και παγωμένος. Τον αγκάλιασα. Του άγγιξα το στήθος, τους ώμους, το λαιμό, τη θηλιά, το σαγόνι, τα χείλη,τη μύτη, τα μάτια, το μέτωπο, τα μαλλιά, ύστερα σηκώθηκα στις άκρες των ποδιών, έπιασα το σκοινί πάνω από το κεφάλι του και σκαρφάλωσα μ' ευγνωμοσύνη ως το σημείο που τον ξανακρεμούσε γεναιόδωρα κάθε βράδι μέσα στα σφάλματα μου. Πιό πάνω ένα αόρατο χέρι ορθογραφούσε επαγγελματικά και με τη μία τ' άστρα."Θέ μου" Σου ψιθύρισα με δέος, "γι' αυτό βλέπεις τόσο καθαρά μες στην αστροφεγγιά όλες μας τις αμαρτίες; Κι αυτό το ρίγος στη ράχη, κάτω από τα άστρα νάναι από την ψύχρα ή από την διόρθωση; "

Από τότε Κύριε σκέφτομαι πως κάτω από τα δέντρα κινδυνεύει η εχεμύθεια του κόσμου, γιατί οι κρεμασμένοι Αέθλιοι όλο και θα κρύβουν στις τσέπες τους αδιόρθωτα απόρρητα έγγραφα, γεμάτα λάθη. Και ξαφνικά ανατριχιάζω και μόνο με τη σκέψη ότι μπορεί ένα καλοκαιρινό πρωινό, απόναν ήλιο απρόβλεπτα ικανό, να ξεπαγώσει ξεχασμένο κάποιο γράμμα μου ακόμα αδιόρθωτο στην τσέπη σου καημένε Αέθλιε.